Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Σύγκριση προγραμμάτων μυϊκής ενδυνάμωσης μετά από χειρουργική αποκατάσταση προσθίου χιαστού συνδέσμου


από το περιοδικό: The American Journal of Sports Medicine (Φεβ 2013)

των: Thiago Yukio Fukuda, PT, PhD, Deborah Fingerhut, PT, Viviane Coimbra Moreira, PT, Paula Maria Ferreira Camarini, PT, Nathalia Folco Scodeller, PT, Aires Duarte Jr, MD, Mauro Martinelli, MD and Flavio Fernandes Bryk, PT.
Santa Casa de São Paulo, Setor de Fisioterapia, Rua Dr Cesário Motta Jr, 112, 01221-020, São Paulo-SP, Brazil (e-mail: tfukuda10@yahoo.com.br)

 
Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η πρώιμη έναρξη κινησιοθεραπείας με ασκήσεις Ανοικτής Κινητικής Αλυσίδας (ΑΚΑ) για την ενδυνάμωση του τετρακεφάλου, σε ένα καθορισμένο εύρος κίνησης (ROM), μπορεί να βελτιώσουν περισσότερο την σταθερότητα του γόνατος, όταν συνοδεύουν την χειρουργική αποκατάσταση προσθίου χιαστού συνδέσμου (ΠΧΣ) με μόσχευμα από τους καμπτήρες του γόνατος.
Όμως, δεν υπήρχαν μέχρι σήμερα κλινικές μελέτες για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ασκήσεων ΑΚΑ, σε μια καθορισμένη ROM, με βάση για τον πόνο, τη λειτουργία, τη μυϊκή δύναμη, και την προηγούμενη αστάθεια του γόνατος, σε κάποια τακτά χρονικά διαστήματα μετά την επέμβαση.
Ο σκοπός της έρευνας ήταν να προσδιοριστεί αν η πρώιμη έναρξη των ασκήσεων ΑΚΑ για ενδυνάμωση τετρακεφαλου, σε μια περιορισμένη ROM, θα βοηθήσει στην κλινική βελτίωση, χωρίς να προκαλέσει αυξημένη πρόσθια αστάθεια του γόνατος, σε ασθενείς μετά από χειρουργική αποκατάσταση του ΠΧΣ.
Συνολικά εξετάσθηκαν 49 ασθενείς, ηλικίας μεταξύ 16 και 50 ετών, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε χειρουργική αποκατάσταση ΠΧΣ, με χρήση μοσχεύματος από τους ισχιοκνημιαίους.
Οι παραπάνω χωρίστηκαν, τυχαία, σε δυο ομάδες.
Στην πρώτη ομάδα είχαμε πρώιμη κινητοποιήση με άσκήσεις ΑΚΑ και την δεύτερη ομάδα είχαμε το ίδιο πρόγραμμα ασκήσεων, αλλά η εκκινησή του έγινε αργότερα (8 εβδομάδες).
Η πρώτη ομάδα (25 ασθενείς με μ.ο. ηλικίας 26 ετών) ακολούθησε ένα πρωτόκολλο αποκατάστασης, με πρώιμη έναρξη της ΑΚΑ (4η εβδομάδα μετεγχειρητικά), μέσα σε ένα περιορισμένο εύρος κίνησης (ROM) μεταξύ 45 και 90°.
Η δεύτερη ομάδα (24 ασθενείς με μ.ο. ηλικίας 24 ετών) ακολούθησε το ίδιο πρωτόκολλο, με καθυστέρηση στην έναρξη του προγράμματος των ασκήσεων ΑΚΑ και για τροχιά κίνησης μεταξύ 0 και 90° (12η εβδομάδα μετεγχειρητικά).
Αξιολογήθηκαν η δύναμη των τετρακεφάλων και των ισχιοκνημιαίων, η ύπαρξη πόνου στην κίνηση της άρθρωσης (11 βαθμη κλιμακα NPRS) και άλλες δοκιμασίες της άρθρωσης του γόνατος, σε χρονοδιαστήματα 12 , 19 και 25 εβδομάδων από την επέμβαση, καθώς και μετά απο 17 μήνες στην τελική μεταχειρουργική αξιολόγηση.
Δεν παρατηρήθηκε διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων σε σχέση με τα δημογραφικά δεδομένα. Και οι δύο ομάδες (πρώιμης και καθυστερημενης κινητοποιησης) είχαν βελτιωμένο επίπεδο λειτουργικότητας και λιγότερο πόνο κατά τις αξιολογήσεις των 19 και 25 εβδομάδων, καθως και 17 μηνών, σε σχέση με την αξιολόγηση των12 εβδομάδων μετά την επέμβαση.
Η ομάδα της πρώιμης κινητοποίησης είχε αυξήσει την μυϊκή δύναμη του τερακεφάλου στις αξιολογήσεις των 19 και 25 εβδομάδων, καθώς και των 17 μηνών, σε σύγκριση με τις μετρήσεις των 12 εβδομάδων
Η ομάδας της καθυστερημένης κινητοποίησης έδειξε ανάλογη αύξηση μόνο στη μετεγχειρητική αξιολόγηση των 17 μηνών.
Ωστόσο, η ανάλυση των μετρήσεων των ομάδων δεν έδειξε καμία διαφορά στη βελτίωση του πόνου και στις λειτουργικές εκτιμήσεις, συμπεριλαμβανομενης και της αστάθειας του γόνατος, κατά την διάρκεια όλων των αξιολογήσεων.

Η έγκαιρη έναρξη των ασκήσεων ΑΚΑ για την ενδυνάμωση του τετρακέφαλου, σε περιορισμένο ROM, δεν διέφερε στα αποτελέσματα, από μια καθυστερημένη έναρξη του ιδίου προγράμματος (σε μεγαλύτερο όμως εύρος τροχιάς).
Η ομάδα της πρώιμης κινητοποίησης κατέληξε στα ίδια αποτελέσματα, σε σχέση με την μείωση του πόνου και τη λειτουργική βελτίωση, σε σύγκριση με την ομάδα της καθυστερημένης κινητοποίησης, αλλά έδειξε μια ταχύτερη ανάκαμψη στη δύναμη του τετρακεφάλου.
Το μέγεθος της τελικής διαφοράς στη δύναμη του τετρακεφάλου μεταξύ των συμμετεχόντων στα 2 πρωτόκολλα αποκατάστασης ήταν περίπου 5%.
Ωστόσο, η διαφορά αυτή δεν ήταν κλινικά σημαντική, κυρίως επειδή και οι δύο ομάδες είχαν ισοδύναμα αποτελέσματα στις δοκιμασίες αλτικότητας.